Τα δικά μας καλοκαίρια .
Σαν εκείνο το πρωινό που σχολάγαμε, μέσα Ιούνη, και βγαίναμε από την αυλόπορτα του σχολείου τρέχοντας. Με το απολυτήριο τσαλακωμένο στην τσέπη και τα τετράδια πεταμένα ήδη στο πατάρι. Από κείνη τη μέρα, ο χρόνος σταματούσε.
Οι γονείς δεν είχαν για θάλασσες και ξενοδοχεία. Είχαν βάρδιες, μεροκάματα, και μια έγνοια μόνιμη στο μέτωπο. Μα εμείς είχαμε το πιο πλούσιο καλοκαίρι του κόσμου: όλη τη γειτονιά δική μας.
Το πρωί μας έβρισκε με ένα ξεροκόμματο ψωμί βουτηγμένο στη ζάχαρη στο χέρι και δρόμο. Χτιζαμε «σπίτια» με τούβλα που βρίσκαμε στα οικόπεδα, παίζαμε μήλα, κρυφτό πίσω από τις μουριές, και κάναμε αγώνες ποιος θα φάει τα πιο πολλά τζάνερα χωρίς να τον πιάσει κόψιμο. Τα γόνατά μας ήταν μόνιμα γδαρμένα και οι πατούσες μας σκληρές σαν πέτρα από το περπάτημα χωρίς σαγιονάρες στον καυτό χωματόδρομο.
Το μεσημέρι, όταν χτυπούσε ο ήλιος κατακέφαλα, μας μάζευαν με το ζόρι. «Μέσα τώρα, να πέσει ο ήλιος». Κοιμόμασταν όλοι στρωματσάδα στο πάτωμα με τα παντζούρια κλειστά, και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι μύγες που δεν έλεγαν να φύγουν και το ξύλο που έτριζε από τη ζέστη. Μα μόλις ανάσαινε λίγο η μέρα, στις πέντε, η πόρτα άνοιγε διάπλατα και ξεχυνόμασταν πάλι έξω.
Το απόγευμα είχε τη γεύση του καρπουζιού που έσταζε μέχρι τους αγκώνες. Το κόβαμε πάνω στο τσιμεντένιο πεζούλι και τρώγαμε την καρδιά του, πετώντας τα κουκούτσια ο ένας στον άλλον. Το παγωτό ξυλάκι ήταν πολυτέλεια. Μια φορά τη βδομάδα, αν ήταν καλή η μέρα στο μεροκάματο, και το μοιραζόμασταν στα τρία και το βράδυ... Α, το βράδυ. Έβγαζε η γιαγιά τα σιδερένια κρεβάτια στην αυλή. Τα στρώναμε με σεντόνια που μύριζαν ήλιο και ιδρωτίλα. Ξαπλώναμε ανάσκελα και μετρούσαμε αστέρια μέχρι να μας κλείσουν τα μάτια. Τα τζιτζίκια έκαναν συναυλία, η γαζία από τη γωνία μοσχοβολούσε, και τα κουνούπια έκαναν πάρτι στα πόδια μας. Το πρωί ξυπνούσαμε με το σημάδι της καρέκλας στο μάγουλο και δέκα καινούρια τσιμπήματα για παράσημο.
Ξέραμε μόνο το σήμερα» και όταν είχε το πανηγύρι της Παναγία τότε στολιζόμασταν, παίρναμε χαρτζιλίκι για μια γκαζόζα και για τον λούνα παρκ με τα συγκρουόμενα, και ήταν Χριστούγεννα κατακαλόκαιρο.
Κάθε Ιούλη κατέφταναν και τα «ξαδερφάκια από την Αθήνα». Τα περιμέναμε στην άκρη του χωριού σαν να ήταν βασιλιάδες. Μας έφερναν μυρωδιές από την πόλη και ιστορίες για πολυκατοικίες. Σε δύο μέρες γίνονταν ένα με εμάς. Ξυπόλητα, με χώμα μέχρι το γόνατο, και με τη γλώσσα μαύρη από τα μούρα που κλέβαμε.
Τέλη Αυγούστου έφευγαν. Δεν υπήρχαν κινητά. Κρατούσαμε διευθύνσεις με στυλό πάνω σε χαρτάκια που ιδρώνανε στην τσέπη. «Οδός τάδε, Αθήνα». Και στέλναμε γράμματα όλο τον χειμώνα. «Περνάμε καλά; Εσείς; Εδώ βρέχει. Να ρθείτε πάλι το καλοκαίρι».
Τα καλοκαίρια εκείνα δεν είχαν εισιτήριο επιστροφής. Τα κουβαλάμε όμως μέσα μας και κάθε φορά που μυρίζω ασβέστη βρεγμένο ή ακούω τζιτζίκι να λαλάει μέσα στο μεσημέρι, γυρίζω για ένα δευτερόλεπτο εκεί.
Στα χρόνια που δεν μετρούσαμε χρόνο.
Στα καλοκαίρια που ήμασταν μόνο παιδιά.
Άννα Δανάλη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΣΑΣ.